ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: «ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΣ» ΣΤ' ΜΕΡΟΣ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 71-77.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»




ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΣ


(βασισμένο σε αληθινή ιστορία)


Κάθε βράδυ, μόλις έπεφτε το σκοτάδι, έπαιρνε τους δρόμους. Αλώνιζε τις ρούγες και μάζευε τα πετάματα του κοσμάκη και τα 'κανε πραμάτεια για την επιχείρησή του. Έψαχνε χωρίς σταματημό, μέχρι που το σακούλι γέμιζε κι η πλάτη του από το σκύψιμο σχημάτιζε ορθή γωνία με το υπόλοιπο κορμί. Μόλις όμως έφτανε στην αυλή του κυρ-Παναγιώτη σταμάταγε. Ο γάιδαρος, δεμένος στη μουριά δίπλα στον φράκτη, τον μυριζότανε. Φαίνεται πως οι μυρωδιές και των δύο είχανε κάτι κοινό. Μα όχι μονάχα οι μυρωδιές. Ήτανε κι εκείνη η ματιά... Ήρεμη και λίγο δακρυσμένη, με μια ξερή τσίμπλα στην εσωτερική γωνιά του ματιού. Έτσι ήταν τα μάτια του Πρόδρομου πάντα. Ίδια κι απαράλλαχτα με του Κουζουλαντρέα, που μονάχα κουζουλός δεν ήταν, κι ας τον φώναζαν έτσι τ' αλάνια για χάζι. Ο Πρόδρομος το 'νιωθε με το γαϊδουρινό του ένστικτο. Το 'νιωθε ακόμα πιο καθαρά, όταν ο γέρος πλησίαζε τον φράκτη και τέντωνε το χέρι του ίσα που άγγιζε το κούτελό του. Τότε, τον χάιδευε με τις ψίχες των δαχτύλων του και του 'λεγε: «Έλα, μπρε παλληκάρι μου, τη φάγαμε και τούτη τη μέρα...» Κι είχε μια γλύκα εκείνο το χάδι, που ο Πρόδρομος λιγωνότανε από ευχαρίστηση, λες κι από τις σκληρές εκείνες ψίχες ανάβλυζε βάλσαμο ψυχής. Κι οι νύχτες έφευγαν από την καρδιά του. Κι οι μέρες κυλούσαν πάνω από το Γουδί και το ροδάνι του χρόνου όλο γύριζε, ώσπου ο Παναγής παντρεύτηκε. Καιρός να νοικοκυρευτεί. Η νοικοκυρά ήταν κατηγορηματική: -Πού ξανακούστηκε γάιδαρος στον κήπο ενός σπιτιού στην Αθήνα! Αυτός θα γκαρίζει και θα ακούγεται μέχρι την Ομόνοια. Αμ η καβαλίνα; Όσο και να καθαρίζει το σπίτι, αντί πάστρα, θα μυρίζουν του γαϊδάρου τα σκ... μετά συγχωρήσεως! Δεν είναι πράγματα λογικά αυτά! Είχε δίκιο η νοικοκυρά. Γι' αυτό κι ο Παναγιώτης αποφάσισε να φερθεί λογικά και πολιτισμένα κι αγόρασε ένα τρίκυκλο. Έριξε και σύρμα ότι πουλάει τον γάιδαρο, μα κανένας δεν έδωσε σημασία. «Γέρικο πράγμα και παλιάς τεχνολογίας», είπαν μερικοί ξύπνιοι στη λαχαναγορά και του γύρισαν τις πλάτες. Γύρισε κι εκείνος στο σπίτι του με γερμένες τις δικές του πλάτες από την απελπισία. Όπως και να 'ναι, τον αγαπούσε τον «συνεταίρο» του, πως να το κάνουμε; Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το «Καρέλια σκέτο», πέταξε τη γόπα στο πλακόστρωτο της αυλής και την έσβησε νευρικά με το παπούτσι. Έλυσε το σκοινί από τη μουριά κι ο Πρόδρομος πήρε τον δρόμο που έβγαζε στο ρέμα της Καλλιρρόης. Πρώτη φορά έβγαινε βόλτα με το αφεντικό του χωρίς το κάρο, ανάλαφρος. Κι όμως, εκείνος ένιωθε ένα βάρος μέσα του να του πλακώνει την καρδιά. Σαν το βάρος κάθε αδικοδιωγμένου, που χάνει ό,τι έχει και δεν έχει μέσα σε μια στιγμή. Γι' αυτό ξανάρχισε τον αμανέ και τους  αναστεναγμούς. Μόνο που τούτη τη φορά αναστέναζε κι ο κυρ-Παναγής. Η νύχτα έπεσε βαριά. Φεγγάρι δεν φαινότανε, μιας κι ένα πυκνό σμάρι από σύννεφα βαριά, μολυβένια, φορτωμένα με νερό και σκόνη, σεργιάνιζαν σαν φαντάσματα στις πένθιμες στράτες τ' ουρανού. Ένα άλλο φάντασμα ξαμολημένο στους δρόμους βαδίζει σκυφτό, σαν ορθή γωνία, μ' ένα σακούλι στην πλάτη. Πλησιάζει το σπίτι του κυρ-Παναγή και σταματά μπροστά στον φράχτη, στο ύψος της μουριάς. Μοιάζει να ψάχνει κάτι... έναν χαμένο θησαυρό ή κάποιο φίλο που έφυγε αναπάντεχα κι άφησε βαρύ κενό πίσω του. [...] Ο Πρόδρομος, μόνος, δεμένος σ' ένα δέντρο δίπλα στη ρεματιά, μασουλούσε ανόρεχτα το χορτάρι που φύτρωνε ολόγυρα. Άγνωστος κι αφιλόξενος ο τόπος για κείνον. Πού είναι η μουριά του; Το κάρο, που το έσερνε τόσα χρόνια κι είχε γίνει συνέχεια του κορμιού του; Μπορεί να τον βασάνιζε όλο εκείνο το βάρος, μα το 'χε συνηθίσει. Σχεδόν του άρεσε. Όλα είναι μια συνήθεια, σκεφτόταν με το γαιδουρινό μυαλό του κι όλο κοιτούσε ολόγυρα, πασχίζοντας μέσα στη μοναξιά να διακρίνει κάτι γνώριμο. Μήτε σκουπιδοντενεκέδες μήτε λεφούσια από σκυλιά και γάτες, μονάχα ερημιά  κι εκείνο το εκνευριστικό γλιτς-γλιτς-γλιτς των βρόμικων νερών που κυλούσαν αδιαφορώντας για το δικό του μαρτύριο. Ας έβλεπε κάτι γνώριμο μπροστά του. Κάτι τι, ένα ψίχουλο ελπίδας και για κείνον, που έχει γίνει σωστό ράκος. Μια ψίχ..., δεν είναι δυνατόν! Μια καμπουριαστή σκιά στέκει μπροστά του και πέντε σκληρόπετσες ψίχες δαχτύλων χαϊδεύουν τα μάγουλα, τον λαιμό, τα καπούλια. Κι ύστερα, μια κουρασμένη αλλά ζεστή φωνή φτάνει στ' αφτιά του: -Έλα, μπρε παλληκάρι μου, τη φάγαμε και τούτη τη μέρα...

 


Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 71-77.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»


Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: «ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΣ» Ε' ΜΕΡΟΣ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 65-69.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»




ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΣ


(βασισμένο σε αληθινή ιστορία)


Δεν είχε καμιά σπουδαία φωνή. Με το που άνοιγε, όμως, το στόμα του κι έβγαζε την πρώτη αυτοσχέδια κορώνα, άνοιγαν τα τα πορτόφυλλα και τα παράθυρα γίνονταν ολοζώντανα κάδρα με Μαντόνες αγουροξυπνημένες. Την άλλη στιγμή κιόλας, όλα τα θηλυκά της γειτονιάς τον τριγύριζαν λαίμαργα, στοχεύοντας να καλύψουν τις ανάγκες της μέρας. Πλάσμα της υπομονής και της εργατικότητας, αλλά τι να το κάνεις; Αφού ήταν γάιδαρος! Ποια Μαντόνα να σε πεθυμήσει με τέτοια ρετσινιά, εξόν κι αν σέρνεις ξοπίσω σου ολόκληρο κάρο με φρέσκα λαχανικά και φρούτα, όπως η αφεντιά του. Ο λόγος για τον Πρόδρομο, τον τετράποδο βοηθό του Παναγή. Μαναβάκι από τα μικράτα του εκείνος. Μετά τον πόλεμο του '40 έστηνε την πραμάτεια του, δυο καφάσια όλη κι όλη, στη γωνιά της πλατείας στο Γουδί, πλάι στον Άγιο Θωμά, και δεν έφευγε από κει, παρά μονάχα σαν πούλαγε και το τελευταίο κρεμμύδι. Δραχμή-δραχμή μάζευε το κομπόδεμα ο Παναγής. Πάνω που άρχισε η δεκαετία του '50, είχε φουσκώσει τόσο, που το μαντήλι δεν έδενε άλλο. Τράβηξε κατά το γαϊδουπάζαρο, κάπου στα Μεσόγεια, κι αγόρασε τον Πρόδρομο για  «Συνεταίρο». Έτσι τον ονομάτιζε ο Παναγής, μ' αν είναι έτσι οι συνεταίροι, τότε οι σκλάβοι δεν θα 'πρεπε να 'χουν παράπονα. Χαμένος από χέρι ο Πρόδρομος. Όλη τη μέρα, με ζέστη και με κρύο, τραβούσε το κάρο, ενώ ο Παναγής, που στο μεταξύ είχε προβιβαστεί σε κυρ-Παναγή, την άραζε πάνω στην καρότσα και πότε-πότε ανέμιζε το καμτσίκι στον αέρα, έτσι για να μην ξεχνάμε τι σημαίνει «αφεντικό» την σήμερον ημέραν! Ο Πρόδρομος, χωρίς να εμβαθύνει ιδιαίτερα στην ιδιόμορφη αυτή θεωρία του Παναγή περί συνεταιρισμού, έσκυβε το κεφάλι και τραβούσε της ζωής και του Γουδιού τις ανηφόρες και κατηφόρες. Έτσι, για να ξεδίνει από τον κάματο της μέρας κι από κάτι ύποπτες μυρωδιές που έφταναν μέχρι τα ρουθούνια του σαν έσκαγε το πρώτο μπουμπούκι της άνοιξης, τραβούσε μερικούς αμανέδες, που τους είχε διασκεδάσει σε «αγκαρέδες». Όχι τόσο γιατί επιθυμούσε να τονίσει το είδος της εργασίας που προσέφερε, όσο γιατί αντί του  «αμάν-αμάν» επέμενε να χρησιμοποιεί ένα πένθιμο και επαναλαμβανόμενο «άγκααρ-άγκααααρ» μ' ένα βιμπράτο που ράγιζε καρδιές. Κι ο ημιτελής αυτός «στίχος» έσβηνε μ' ένα ηχηρό ρουθούνισμα κι έναν υπόκωφο αναστεναγμό, σαν και ένα κωδικοποιημένο «τέλος πάντων, έτσι είναι η ζωή...». Έτσι, η παρουσία του, το τραγούδι του και η πραμάτεια του είχαν δεθεί αναπόσπαστα με τις ημερήσιες διατροφικές ανάγκες κάθε σπιτικού και τις εισπράξεις του κυρ-Παναγή. Το απόγευμα, σαν γύριζε αποκαμωμένος στο σπίτι, είχε την ιδιαίτερη ευχαρίστηση να νιώθει την αποδέσμευσή του από τα λουριά της καρότσας και την πολυτέλεια να απολαμβάνει με την ησυχία του έναν κουβά νερό κι ένα δεμάτι σανό. Όσην ώρα ο Παναγής άδειαζε τα τελάρα από τα σάπια και χτυπημένα φρούτα κι έπλενε την καρότσα, εκείνος μασουλούσε αργά, ηδονικά με μισόκλειστα βλέφαρα κι άνοιγε το φυλλοκάρδι του από ευχαρίστηση. Τόση, που ξεχνούσε της μέρας τα παράπονα, που λογάριαζε ν' αραδιάσει στον συνεταίρο του. Η νύχτα ερχόταν και το σκοτάδι της απλωνόταν αργά πάνω από τις φτωχογειτονιές και τον στάβλο του κυρ-Παναγή. Τα πρώτα φώτα άναβαν μέσα στη νύχτα σαν μικρές ελπίδες μέσα στο έρεβος του πόνου ανθρώπων και γαϊδάρων. Το χαρχάλεμα των σκουπιδιών μέσα στους γκαζοντενεκέδες ήταν συνηθισμένη υπόθεση της νύχτας. Ένα ολόκληρο σκυλολόι και γατομάνι ξαμολιόταν ανά τους σκουπιδοντενεκέδες των τεραγώνων εις άγραν κοκκάλου, ψαροκεφάλου και παντός είδους βρωσίμου. Ανάμεσά τους, ο Αρμένης Αντριάς, γνωστός ως Κουζουλαντρέας ο ρακοσυλλέκτης. Ανακατεμένος μ' εκείνο το σμάρι των αλητόβιων τετραπόδων, συμβιβασμένος με τη βρομιά των σκουπιδιών, ψαχούλευε με κάτι αετίσιο και δάχτυλα χειρουργού τ' απορρίμματα και κάθε τόσο γέμιζε το σακούλι που κουβαλούσε στις κυρτωμένες του πλάτες.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 65-69.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ) Δ' ΜΕΡΟΣ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 57-63.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»




ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ)



Ο
μπαρμπα - Μήτσος είχε πιάσει ένα πόστο στην οδό Νικολαΐδου, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο, και πουλούσε σακουλάκια με όσπρια. Τα χρήματα δεν ήταν πολλά, μα έφταναν για να ζήσουν όπως - όπως πέντε στόματα. Τέσσερεις νοματαίοι κι ένας ο Ντορής. Μ' όλο που είχε γεράσει, ούτε λόγος δεν γινόταν πια για να τον αποχωριστούν. Άλλωστε ήξεραν ότι, όπου κι αν τον έδιναν, εκείνος θα ξαναγύριζε.


Κι η ζωή όλο τραβούσε την ανηφόρα, αντάμα με την πείνα, τις αρρώστιες, τον θάνατο αλλά και την ελπίδα. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζούνε ανάμεσα σε ερείπια από βομβαρδισμένα σπίτια, κάτω από έναν ουρανό που τον σκίαζαν τα αεροπλάνα και πάνω σε μια γη που από καιρό σε καιρό σκαβόταν βίαια από τις βόμβες που έσκαγαν πάνω της.


Ήταν 6 Δεκεμβρίου του 1943. Ημέρα Δευτέρα, κι ο μπαρμπα - Μήτσος είχε στηθεί απ' το πρωί στο πόστο του, με την πραμάτεια του απλωμένη μέσα σε σακουλάκια. Κόντευε μεσημέρι κι ούτε ένας πελάτης δεν είχε ζυγώσει. Είχε μεγάλη παγωνιά, μα η ανάγκη του μεροκάματου τον έκανε να αψηφά το κρύο, που περόνιαζε σαδιστικά τα κόκκαλά του. Οι λιγοστοί άνθρωποι που είχαν βγει έξω βάδιζαν σκυφτοί, βιαστικοί και φοβισμένοι. Τον τελευταίο καιρό, αρκετές αδέσποτες σφαίρες που είχαν βρει ανυποψίαστους διαβάτες, αλλάζοντας τον τόπο προορισμού τους από το φτωχικό σπιτικό τους στην επουράνια κατοικία του Παντοκράτορα.


Ένας μακρινός βόμβος αεροπλάνου έφτασε μέχρι τα αφτιά του μπαρμπα - Μήτσου. Θα ήταν από κείνες τις συχνές αναγνωριστικές πτήσεις των αεροπλάνων των Εγγλέζων που αλώνιζαν τελευταία τον Λεψινιώτικο ουρανό, κάνοντας επίδειξη της πολεμικής υπεροχής τους. Ίσως και να τους είχε μπει στο μάτι το καμάρι της Λεψίνας, το μεγάλο ρολόι πάνω στον λόφο της Παναγίτσας, κι έκοβαν βόλτες παριστάνοντας τους καμπόσους.


Το αεροπλάνο φάνηκε καθαρά πάνω από τον αρχαιολογικό χώρο. Έκανε μια στροφή προς τα βορειοανατολικά και πήρε μια ελαφρά κλίση. Ο μπαρμπα - Μήτσος σκέφτηκε πως μάλλον ήρθε η ώρα του να τα μαζεύει και να φεύγει. Μάζεψε όπως - όπως τα σακούλια του και τράβηξε βιαστικά για το φτωχικό του. Περνώντας μπροστά από τα αρχαία, κοντοστάθηκε. «Έχει γούστο τούτα τα θεότρελα εργαλεία να βάλουν στόχο τα ιερά μας μάρμαρα», σκέφτηκε. Η ψυχή του αντάριασε.


Απαγορευόταν να βομβαρδίζονται οι εκκλησιές. Και τούτος ο τόπος ήταν αρχαία εκκλησιά. Εδώ οι συντοπίτες του έρχονταν να τιμήσουν τη Ζόνια. Την κυρά που προστάτευε τις σοδειές τους. Εδώ κάποτε γίνονταν παράξενες μα ιερές γιορτές και από το άνοιγμα της γης, που φαίνεται ακόμη σαν πέτρινο χαμόγελο, λέγαν πως περνούσαν οι ψυχές στα σκοτεινά παλάτια του Άδη.


Ξαφνικά, του ήρθε να φωνάξει. -Ωρέ, τούτο τον τόπο δεν τον βομβαρδίζει κανείς! Ακούτε παλιο..., φώναξε τελικά, χωρίς να το καταλάβει, μα η φωνή του σκεπάστηκε από τον εκκωφαντικό κρότο της έκρηξης που τράνταξε συθέμελα τον τόπο. Τα τζάμια των καταστημάτων και των σπιτιών έσπασαν. Θραύσματα πετάχτηκαν ολόγυρα κι ένας μπουχός σκέπασε την περιοχή, που μύριζε μπαρούτι, καμένα ξύλα και σκόρπιο θάνατο. Όσοι έτυχε να είναι έξω, έτρεχαν αλλόφρονες να κρυφτούν, ενώ οι άλλοι που ήταν μέσα, έβγαιναν τρέμοντας, με χίλιες προφυλάξεις, για να δούνε με τα ίδια τους τα μάτια την καταστροφή που είχε απλωθεί απ' άκρη σ' άκρη μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.


Η κυρά Γιαννούλα όρμησε στον δρόμο, κατά τη μεριά όπου είχε το πόστο του ο άντρας της. Λίγα μέτρα παρακάτω τον είδε. Μ' όλο το κακό που γινόταν στον τόπο, εκείνος ήταν ήρεμος, απέραντα γαλήνιος. Τα αρχαία δεν είχαν πειραχτεί και ίσως για τούτο κειτόταν χαμογελαστός σχεδόν μπροστά στην είσοδο του ιερού χώρου, με το βλέμμα καρφωμένο επίμονα στο Πλουτώνιο, στο «πέτρινο χαμόγελο», που περιμένει τις ψυχές για να τις οδηγήσει στα σκοτεινά παλάτια του Πλούτωνα.


Εκεί που τα νερά κυλάνε καθάρια και αμόλευτα απ' των ανθρώπων τον πολιτισμό. Εκεί που οι ιεροφάντες συναντάνε την καθαρή αλήθεια και τη μοιράζουνε με τους μύστες, όπως οι αγνοί νερουλάδες μοίραζαν το λαγαρό νερό στις Λεψινιώτισσες νοικοκυρές. Καθετί που αφορά το ξόδι έγινε καθώς έπρεπε στο φτωχικό σπιτάκι της κυρα - Γιαννούλας. Τραγούδησαν τον άντρα της και τον αποχαιρέτησαν με τα καλύτερα παινέματα. Τον συνόδεψαν κάτω από τους ίσκιους των κυπαρισσιών και τον σκέπασαν με πλούσια μπουκέτα από τους ανθόκηπους της Λεψίνας.


Για καιρό μιλούσαν για τις αρετές του και για τα σεμνά κομπλιμέντα που έκανε στις προκομμένες του πελάτισσες. Κανείς όμως δεν μίλησε για την αγάπη που έτρεφε για κείνον το άλογό του! Κανείς εκτός από την κυρα - Γιαννούλα δεν έκλαψε, όταν την άλλη μέρα το γέρικο ζωντανό έκοψε το σχοινί και πήγε έξω από τον πέτρινο φράχτη με τα κυπαρίσσια. Μ' όλα τα παρακάλια της, δεν έφαγε και δεν ήπιε στάλα. Και δεν κουνήθηκε από εκεί μήτε ρούπι, μέχρι που το κάρο της κοινότητας μάζεψε το κουφάρι του για να μη μολύνει τον τόπο...


Καλό ταξίδι, μπαρμπα - Μήτσο Μουρίκη, που δε σε γνώρισα ποτέ, μα σε αγάπησα σαν ομοαίματο συγγενή μου. Εκεί που είσαι τώρα, οδήγα με τον πιστό Ντορή σου τους κάτω συντοπίτες μας στο τόπο της δροσερής πηγής. Εκεί ας συγκεντρώνεστε τα δειλινά κι ας τους μοιράζεις το νερό της λησμονιάς, όπως παλιά, με προσοχή και δικαιοσύνη.


Κι αν κάποιοι σου γκρινιάξουνε καμιά φορά πως όσο και να πιούνε δεν καταφέρνουν να ξεχάσουνε την Λεψίνα τους, πες τους πως το φταίξιμο δεν είναι του νερού. Είναι που ο τόπος τούτος, καθώς καλά το ξέρεις, μπαρμπα - Μήτσο, είναι ιερός και δεν λησμονιέται ποτέ.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 57-63.

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ) Γ' ΜΕΡΟΣ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 48-52.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»




ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ)



Μ
έσα στο κεφάλι της κυρα-Γιαννούλας όλο και γυρόφερναν κάποιες ιδέες για να φτιάξουν κομματάκι τα οικονομικά τους. Καλό το πηγάδι, μα το νερό από το λίγο πήγαινε στο λιγότερο κι από το κακό στο χειρότερο. Η αντλία το βύζαινε δώδεκα ολόκληρα χρόνια κι οι κάτοικοι, που όλο και αβγάτιζαν, το σκόρπαγαν ασυλλόγιστα σε αυλές και σε μποστάνια.
Τελευταία, είχε αρχίσει να βγαίνει θολό κι η γεύση του είχε αρχίσει να γλυφαίνει. Οι πελάτες που είχαν απομείνει ήταν όλο παράπονα, μ' όλο που γνώριζαν καλά ότι ο μπαρμπα-Μήτσος δεν είχε καμιά ευθύνη για το κατάντημα του νερού. Ένα μεσημέρι που τα αγόρια έλειπαν στις δουλειές τους και η μικρή είχε πάει σε μια γειτόνισσα χρυσοχέρα να της μάθει ασπροκέντημα για να φτιάξει μονάχη τα προικιά της, η κυρα-Γιαννούλα βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε.
Ακούμπησε ένα πήλινο πιάτο με ζεστές κατσούμπλες (=λουκουμάδες) πάνω στο τραπέζι και πέταξε την κουβέντα της όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. -Μεγάλωσαν τα παιδιά κι όπου να 'ναι θ' αρχίσει ν' αδειάζει το σπίτι μας. -Ας έχουμε την υγειά μας και θα έρθει κι εκείνη η ώρα, μη βιάζεσαι... -Δεν είμαι εγώ που βιάζομαι, καημένε Μήτσο. Ο καιρός περνάει κι όπου να 'ναι θα αρχίσουν να έρχονται οι προξενιές. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Το κορίτσι χρειάζεται προίκα... -Το ξέρω, μα τι μπορώ να κάνω; απάντησε ο μπαρμπα-Μήτσος, δείχνοντας φανερά ότι η κουβέντα είχε αρχίσει να τον ενοχλεί.
Όμως, η κυρα-Γιαννούλα δεν έλεγε να σταματήσει. Τώρα που άρχισε, είχε σκοπό να τραβήξει το σχοινί μέχρι το τέρμα. -Δεν έχει ζωή το πηγάδι. Κι ο Ντορής γέρασε πια, δεν αντέχει να τραβάει το κάρο. Φούντωσε ο μπαρμπα-Μήτσος. -Τι θες να κάμω, μόι λούλετ (=λουλουδάκι μου); -Να, οι άλλοι πουλάνε όσπρια και στάρια. Τούτα έχουν πέραση όλο τον χρόνο. Το πούσι-ι-μιρ σε λίγο καιρό θα βγάζει λάσπη κι εμείς θα πεθάνουμε της πείνας. Τόσοι και τόσοι αλλάζουν δουλειά. Μονάχα εσύ έχεις αγύριστο κεφάλι.
Εκείνος χολώθηκε, μα δεν μίλησε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα τσιγαρόχαρτο και καπνό και έστριψε ένα τσιγάρο. Το σάλιωσε, το χτύπησε νευρικά με απανωτές κινήσεις πάνω στο κιτρινισμένο νύχι του αντίχειρά του και το στερέωσε ανάμεσα στα χείλια του. -Τι θες να κάμω; ξανάπε θλιμμένα. Να δώσω το ζώο και ν' αρχίσω να πουλάω φασόλια και φακές μέσα στον δρόμο; Αντάριασε η ψυχή της καψερής τόσο, που οι κουβέντες φύγανε σαν βόλια μέσα από το φράγμα των δοντιών της. -Θέλω να μη ρεζιλευτούμε στον κόσμο, Μήτσο. Θέλω να δω την κόρη μας και τους γιους μας ταχτοποιημένους. Φτάνει η δική μας η μιζέρια. Αυτό θέλω, συμπλήρωσε αποκαμωμένη κι έγειρε το κεφάλι υποταχτικά, σάμπως να τρόμαξε κι η ίδια για τούτη την ασυνήθιστη αυθάδειά της.
Εκείνος σηκώθηκε. Άναψε το τσιγάρο με το τσακμάκι, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και πέρασε έξω στην αυλή κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Εκείνη συνέχισε να μένει σκυφτή, ακίνητη σαν μαρμαρωμένη. Δεν κουνήθηκε ούτε σαν άκουσε το άλογο μέσα από τον στάβλο να χλιμιντρίζει ανήσυχο, καθώς το καπίστρωνε τούτη την ασυνήθιστη ώρα ο αφέντης του. Η πόρτα της αυλής άνοιξε, μετά έκλεισε, κι ο ήχος από τα πατήματα του αλόγου άρχισε να σβήνει στον χωματόδρομο.
Σηκώθηκε και σταυροκοπήθηκε κοιτάζοντας την Παναγιά στο εικονοστάσι. -Φώτισέ τον, Ζόνια (=κυρά), μην κάνει καμιά τρέλα, είπε και βάλθηκε να συγυρίζει ξανά στην κουζίνα. Σε λίγο θα γύριζε η μικρή. Μετά θα έρχονταν τα αγόρια. Έπρεπε να κουβεντιάσει και μαζί τους. Είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι όταν ακούστηκε η πόρτα της αυλής, που άνοιγε, και τα βήματα του Μήτσου, που σέρνονταν σχεδόν πάνω στο τσιμέντο της αυλής. Τα αγόρια κι η μικρή είχαν πέσει για ύπνο από νωρίς. Ήταν τόσο αποκαμωμένα από τη δουλειά, που δεν είχαν καταλάβει την απουσία του πατέρα και του Ντορή. Τελικά, η μάνα δεν τόλμησε να τους κάνει κουβέντα. Έμεινε μόνη να περιμένει τις εξελίξεις.

Έβλεπε τον άντρα της πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου να πλησιάζει και ήταν η πρώτη φορά που πρόσεξε ότι, μ' όλο που δεν είχε περάσει τα σαράντα πέντε, έμοιαζε γέρος. Αργόσερνε το βήμα του, σάμπως να ακολουθούσε την πομπή του Επιταφίου.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 48-52.

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ) Β' ΜΕΡΟΣ





Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 42-47.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»




ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ)



Τον Σεπτέμβριο του 1922, λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έφτασε το πρώτο κύμα των προσφύγων της Ιωνίας. Πριν περάσει ένας χρόνος, οι πρόσφυγες είχαν ξεπεράσει τους χίλιους πεντακόσιους. Ο Ξένιος Δίας αλλά και τα προσφυγικά δάνεια που δόθηκαν στην Ελλάδα από την Κοινωνία των Εθνών οδήγησαν στην παραχώρηση μιας έκτασης στη βορεινή πλευρά της κοινότητας.
Έτσι άρχισε η οικοδόμηση των προσφυγικών κατοικιών και σύντομα στεγάστηκαν γύρω στις οχτακόσιες οικογένειες. Τώρα, η ζωή είχε αλλάξει ρυθμούς. Ανάμεσα στους διάφορους επαγγελματίες που έκαναν χρυσές δουλειές ήταν οι νερουλάδες, που προμήθευαν τις περισσότερες οικογένειες με νερό. Τούτους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν έναν πολιτισμό που είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις με το νερό και το σαπούνι.
Ο μπάρμπα-Μήτσος έτριβε τα χέρια του από ικανοποίηση. Επί τέλους, μπορούσε να αγοράσει, όχι μονάχα πλουσιότερο φαγητό για τα τρία κουτσούβελα, που είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, αλλά και παπούτσια να τα ποδέσει, να μην περπατάνε τον χειμώνα ξυπόλυτα στις λάσπες.
Στα μέσα του 1925 έγινε ένα τόσο σπουδαίο έργο στον τόπο, που έδωσε στους κατοίκους την αίσθηση ότι φύσηξε ένας αέρας φερμένος λες κατ' ευθείαν από το Λονδίνο. Γιατί, αν οι κάτοικοι της γηραιάς Αλβιόνας ήταν περήφανοι για το Μπιγκ Μπεν τους, οι Λεψινιώτες τώρα θα μπορούσαν να καμαρώνουν για το μεγάλο ρολόι τους πάνω από το Πλουτώνιο, δίπλα στο καμπαναριό της Παναγίτσας. Οι καμπάνες που χτυπούσαν κάθε τέταρτο και με τέτοια ακρίβεια, που θα έκανε κάθε Ευρωπαίο να βγάζει το καπέλο του και τον Ντορή να νιώθει ότι έληξε η θητεία του στην... υπηρεσία αφύπνισης του αφεντικού του.
Πραγματικά, ο Μήτσος, με την κατακόρυφη άνοδο των εργασιών του απ' τη μια και με την λονδρέζικου τύπου αφύπνιση απ' την άλλη, είχε αρχίσει να νιώθει τουλάχιστον λόρδος! Κι επειδή ο πολιτισμός έτσι κι αρχίσει να παίρνει τα πάνω, όλο και φουντώνει και φουσκώνει σαν τσουνάμι, και άλλους φέρνει πάνω και άλλους κάτω, ήρθε η ώρα κι η στιγμή να χτυπήσουν οι καμπάνες και για την υδροδότηση της Ελευσίνας!
Τον Οκτώβριο του 1928 η κοινότητα έφτιαξε ένα σύγχρονο σύστημα ύδρευσης. Μια ηλεκτρική αντλία, στα ανατολικά του καλού πηγαδιού, άρχισε να ρουφάει άπληστα τους χυμούς του υπεδάφους και να τους μεταφέρει σε διάφορα σημεία της πόλης, όπου είχαν εγκατασταθεί κοινόχρηστες βρύσες. Τώρα, οι κάτοικοι των προνομιούχων περιοχών έπαιρναν νερό όχι μόνο για να πίνουν, αλλά και για να κάνουν τη λάτρα τους και να ποτίζουν τους κήπους και τα μποστάνια τους. Με τον καιρό, τα αποθέματα του νερού άρχισαν να λιγοστεύουν και πολλοί νερουλάδες στράφηκαν είτε σε άλλα πηγάδια είτε σε άλλα επαγγέλματα.
Ο μπαρμπα-Μήτσος, όμως, μ' όλη την κάμψη των εσόδων του, κρατούσε το ηθικό του άκαμπτο σαν γνήσιος Αρβανίτης. Παρ' όλες τις αναδουλειές, επέμενε να μένει πιστός στο πηγάδι του. Ήταν θαρρείς ένα δικό του «Καλλίχορον φρέαρ» κι ας απείχε αρκετές εκατοντάδες μέτρα από εκείνο που δρόσιζε κάποτε τη θεά Δήμητρα, όταν βρέθηκε αποκαμωμένη και αποκαρδιωμένη έξω από τα παλάτια του βασιλιά Κελεού. Μέσα του πίστευε, κι ας μην το έλεγε ποτέ, πως το νερό που έκρυβε στα σωθικά του ήταν το ίδιο μ' εκείνο που είχε πιει κάποτε κι η θεά. «Διαφορετικές μπούκες, μα ίδια φλέβα, ίδιο νερό», έλεγε μέσα του. Αρνιόταν πεισματικά να πιει από τις άθλιες μεταλλικές βρύσες, που άλλαζαν την αμόλευτη γεύση του νερού του, και συνέχιζε τις παλιές του συνήθειες στρέφοντας τις πλάτες του στη διαβολεμένη αντλία.
Οι πελάτες του είχαν λιγοστέψει. Απόμειναν μόνο οι πρόσφυγες κι όσοι άλλοι έμεναν στις παρυφές της πόλης, μακριά από τα διαβολεμένα θέλγητρα του πολιτισμού. Όμως, το αγύριστο κεφάλι του Μήτσου ήταν αγύριστο. Δεν έδινε ούτε μία πεντάρα για τούτες τις αλλαγές. Κάθε χάραμα, σαν έφτανε με την κυρά του μπροστά στο πούσι-ι-μιρ, με το που έβγαζε τον πρώτο κουβά, έπινε τρεις μεγάλες γουλιές. Λες και κοινωνούσε από τα άχραντα μυστήρια της φύσης.
Ύστερα, παρακινούσε και τη συντρόφισσα της ζωής του να πιει, να δυναμώσουν τα μέσα της με τη δροσιά και τις ιαματικές ιδιότητές του. -Πιες, μόι Γιαννούλα (=Γιαννούλα μου). Από τούτο πίνουν κι οι νεράιδες κι είναι αθάνατες! Αυτό πίνω κι εγώ και βόλι δεν με πιάνει! Γέλαγε εκείνη και αφού κατέβαζε μερικές γουλιές, έβρεχε το πρόωρα μαραμένο πρόσωπό της κι έστρωνε τη μαντήλα της. -Να, δες, γένηκα σωστή νεράιδα, Μητς μ'! -Λούλε ζε, μόι Γιαννούλα (=λουλουδάκι Γιαννούλα μου), της έλεγε εκείνος κι έριχνε πάλι τον κουβά στην αγκαλιά του πηγαδιού.
Καιρός ήταν τώρα ν' αρχίσουν να γεμίζουν τη βαρέλα. Οι νοικοκυρές θα είχαν κιόλας ξυπνήσει. Σε λίγο μπορεί να ξυπνούσαν και τα παιδιά. Μόλις που προλάβαινε η κυρα-Γιαννούλα να γυρίσει στο σπίτι.

Ο μπαρμπα-Μήτσος θα τραβούσε με τον Ντορή για το γνωστό δρομολόγιο. Τα χρόνια κυλούσαν σαν το νερό στις φλέβες του πούσι-ι-μιρ, κι όσο εκείνο λιγόστευε, τόσο λιγόστευαν και οι οικονομίες αλλά και οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή στο σπιτικό του Μήτσου. Τα τρία κουτσούβελα είχαν γίνει κοτζάμ παιδιά. Τα αγόρια είχαν αρχίσει να κουτσοδουλεύουν, αλλά η παρουσία της μικρής αδερφής απαιτούσε μεγάλες οικονομίες για να μαζευτεί η σχετική προίκα. Ο μεγάλος είχε γίνει παλληκάρι και δούλευε εργάτης σε ξένα αφεντικά. Ο μεσαίος πλησίαζε τα δεκαπέντε κι έκανε δουλειές του ποδαριού, βγάζοντας κι εκείνος ένα χαρτζιλίκι.
Η μικρή ήταν δεν ήταν δώδεκα χρόνων κι έμενε στο σπίτι για να βοηθάει τη μάννα και να μαθαίνει τι θα πει νοικοκυροσύνη. Σε πέντε-έξι χρόνια έπρεπε να της βρούνε γαμπρό, γιατί έτσι και την έπαιρναν τα χρόνια, θα έπρεπε να τάξουν βαρβάτη προίκα στον υποψήφιο. Όμως, με το πενιχρό και αβέβαιο εισόδημα της οικογένειας τα πράγματα σκούραιναν δραματικά.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 42-47.

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ: ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ) Α' ΜΕΡΟΣ





Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 37-41.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΡΙΚΗ




ΑΡΩΜΑ ΙΩΝΙΑΣ



Οκτώ ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τις αλήθειες της ζωής. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν σπίτια και όνειρα και να αγωνιστούν για να οικοδομήσουν πάνω στις στάχτες μια νέα ζωή. Ωστόσο, μέσα από γεγονότα που εκτυλίσσονται στον απόηχο πολέμων, κατατρεγμών και ανέχειας, αναδεικνύεται η αξία του ψυχικού σθένους και του αγώνα για την επικράτηση του καλού και αγαθού. Άνθρωποι και γεγονότα, που μοιάζουν γεννήματα φαντασίας, μας συγκινούν και μας ξαφνιάζουν σαν απρόσμενες λύσεις κάποιου ζωντανού γρίφου. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, η ζωή είναι ο πιο ευφάνταστος συγγραφέας.


Κ.Μ.


Εκ του οπισθόφυλλου του βιβλίου





ΜΗΤΣΟΣ, Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ)



Όλη η Ελευσίνα του Μεσοπολέμου έπινε νερό στην υγειά του. Με το που χάραζε κι οι «Λεψινιώτισσες» νοικοκυράδες άνοιγαν τα μάτια τους, δεν έβλεπαν την ώρα ν' ακούσουν τους ήχους από τα πέταλα και τα καμπανάκια του αλόγου και το χαρακτηριστικό τρίξιμο του κάρου με το πολύτιμο φορτίο του μπαρμπα-Μήτσου του νερουλά.
Σκέπαζαν τα μαλλιά τους βιαστικά με τα κεφαλομάντηλά τους, άδραχναν τα σταμνιά τους κι έβγαιναν φουριόζες στις αυλόπορτες. Οι καλοσυνάτες καλημέρες ανάμεσα στις γειτόνισσες που περίμεναν στη σειρά ακούγονταν σαν λαϊκή επωδός στην ορθρινή προσευχή των πουλιών που φώλιαζαν γύρω από το εκκλησάκι της Παναγίτσας, πάνω από το Πλουτώνιο, και στις αλέες των δρόμων της πόλης της Δήμητρας. Ο μπαρμπα-Μήτσος γέμιζε με προσοχή τα πήλινα κανάτια. Οι κινήσεις του μετρημένες, σχεδόν ευλαβικές. Μην τύχει και βρέξει τα φουστάνια των κυράδων, μη και χυθεί κάτω το νερό. Δεν ήταν πρεπούμενες οι σπατάλες μα μήτε και οι απροσεξίες. Αφοσιωμένος σαν ιεροφάντης στο έργο του μοίραζε την «κρυσταλλένια πραμάτεια» του χωρίς να παραλείπει να σταλάξει κι ένα σεμνό κομπλιμέντο σε καθεμιά τους, παίζοντας διακριτική τη γυναικεία τους φιλαρέσκεια. Μέσα σε λίγα λεπτά τέλειωνε η αυγινή ιεροτελεστία και οι γυναίκες αποσύρονταν στα νοικοκυριά τους.
Καθώς περνούσαν τις αυλές τους με τα λαγήνια στους ώμους, έμοιαζαν με αρχαίο χορό που αντάλλασσε ευχές για ένα χαρούμενο και ειρηνικό κύλισμα της μέρας. Ο μπαρμπα-Μήτσος, ο φτωχός νερουλάς της Ελευσίνας, δεν είχε την πολυτέλεια ενός ξυπνητηριού, όπως τόσοι συντοπίτες του Ελευσινιώτες με σίγουρες δουλειές στα εργοστάσια, που ξεφύτρωναν ολοένα σαν μανιτάρια στην περιοχή. Όμως, ο καλός Θεός τον είχε αξιώσει να απολαμβάνει τις υπηρεσίες του τετράποδου Ντορή και της τετραπέρατης γυναίκας του, της Γιαννούλας, που τα προσόντα τους ξεπερνούσαν όχι μόνο τα επιτεύγματα της τεχνολογίας του Μεσοπολέμου, αλλά κι εκείνα των μετέπειτα καιρών.
Για την ακρίβεια, ο Ντορής παρότι ήταν άλογο και όχι κόκορας, κατάφερνε να παίζει άψογα τον ρόλο ενός καλοκουρδισμένου κυπνητηριού! Όσο για την κυρα-Γιαννούλα, εκείνη ήταν το ζωντανό ρομπότ της οικογένειας. Πριν αρχίσει να χαράζει, ο Ντορής άρχιζε να χαρχαλεύει τα σανά μέσα στο παχνί και να χτυπάει τα πισινά του πόδια νευρικά, πασχίζοντας να διώξει τις αλογόμυγες που του βασάνιζαν σαδιστικά τα οπίσθια. Τότε, το «ρομπότ» άνοιγε τα μάτια του και άρχιζε τις προγραμματισμένες του κινήσεις. Έριχνε μια γρήγορη εξεταστική ματιά στα τρία κουτσούβελα, που κοιμόνταν ακόμα πάνω στο αχυρένιο στρώμα. Ήταν σίγουρο πως θα κοιμόνταν ακόμα κι όταν θα γύριζε από το πηγάδι όπου πήγαινε κάθε τέτοια ώρα για να βοηθήσει τον άντρα της. Μέχρι τότε, είχε καιρό. Έβαζε βιαστικά την καθημερινή της φορεσιά, έδενε στη μέση τη μακριά υφαντή ποδιά και έτρεχε να νίψει πρόχειρα το πρόσωπό της στο μεταλλικό βρυσάκι που κρεμόταν στον τοίχο πάνω από την πέτρινη γούρνα της αυλής.
Έβαζε τη μαντήλα της, έκανε τον σταυρό της τρεις φορές, κι ύστερα άναβε το καμινέτο. Έβαζε το μπρίκι με τον καφέ να ψήνεται αργά και έμπαινε πάλι στο δωμάτιο για να ξυπνήσει τον άντρα της, που ανάσαινε ακόμα βαθιά, απολαμβάνοντας μια από τις ελάχιστες απολαύσεις που μπορούσε να χαρεί μέσα στη στερημένη από ανέσεις ζωή τους: το όνειρο. Μα κι εκείνο συχνά δεν κατάφερνε να το χαρεί μέχρι το τέλος, αφού η επιτακτική φωνή της κυρα-Γιαννούλας έτρεπε σε άτακτη φυγή τις αιθέριες εικόνες των επιθυμιών του. -Ξύπνα, Μήτσο! Ο καφές σου είναι έτοιμος! Άντε, σήκω να πάμε με την ώρα στο πούσι-ι-μιρ!
«Πούσι-ι-μιρ» έλεγαν το «καλό πηγάδι» στα Αρβανίτικα οι γεροντότεροι. Το είχαν ονομάσει έτσι, γιατί το νερό του ήταν το καλύτερο από όλων των άλλων πηγαδιών του τόπου. Το θεωρούσαν ιαματικό και, καθώς βρισκόταν πλάι στην Ιερά Οδό, ακριβώς κάτω από τη ρωμαϊκή γέφυρα όπου περνούσε ο Ελευσινιακός Κηφισός, είχε πάρει μια ιδιαιτέρα θέση στη συνείδηση και στην εκτίμηση του ντόπιου πληθυσμού. Το άνοιγμά του ήταν τετράγωνο και το «κολάρο» του ήταν φτιαγμένο από ατόφιο μάρμαρο, που «δανείστηκαν» οι κάτοικοι από τον αρχαιολογικό χώρο.

Οι νερουλάδες της περιοχής αντλούσαν το νερό του με κουβάδες, δεμένους με σχοινιά, που τα τραβούσαν με τα χέρια. Η άντληση ήταν τόσο συχνή, που το τρίψιμο των σχοινιών πάνω στο μάρμαρο είχε αυλακώσει την ιερή του σάρκα. Στα χρόνια που πέρασαν, άρχισαν να συντελούνται διάφορα γεγονότα στην Ελευσίνα, που άλλαζαν το τοπίο σαν τα πλάνα κινηματογραφικής ταινίας.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
της Κατερίνας Μουρίκη: «Άρωμα Ιωνίας»,
Εκδόσεις «Σταμούλη», α' έκδοση Μάιος 2023, σελ. 37-41.


Print Friendly and PDF